Τεχνητή Λίμνη Άγρα- Βρυττών- Νησίου

2020-03-06

Η Περιοχή Ειδικής Προστασίας «Λίμνη Άγρα», συνολικής επιφάνειας 4.738 εκτάρια (47.379,7 στρ.), περιλαμβάνει την τεχνητή Λίμνη Άγρα και περιφερειακά, σημαντικό τμήμα γεωργικών και δασικών εκτάσεων. Η τεχνητή λίμνη Άγρα βρίσκεται βορειοδυτικά της πόλης της Έδεσσας, στο νομό Πέλλας. Η λίμνη δημιουργήθηκε το 1955 από εργασίες της Δ.Ε.Η. για τις ανάγκες του Υδροηλεκτρικού Σταθμού Άγρα, ύστερα από κατασκευή φράγματος και κατάκλυση καλλιεργήσιμων εκτάσεων των Κοινοτήτων Άγρα, Νησίου και Βρυττών. Παλαιότερα, στη θέση αυτή υπήρχε το έλος των πηγών Βρυττών (έλος Τιάβου).

Ορισμένα χαρακτηριστικά:

  • Υψόμετρο μέσης στάθμης επιφάνειας της λίμνης: 470 μ.
  • Βάθος λίμνης: 4-6 μ.
  • Μέγιστο ύψους στάθμης της λίμνης: 479μ.
  • Έκταση: 4000-6000 στρ.

Υδρολογία

Ο ποταμός Εδεσσαίος ή Βόδας είναι παραπόταμος του Λουδία και πηγάζει από Βόρα κοντά στη Βεγορίτιδα, σχηματίζει τον υγρότοπο του Άγρα με την συγκράτηση στο φράγμα της Δ.Ε.Η. Στη συνέχεια οδηγείται προς την πόλη της Έδεσσας την οποία διασχίζει με δύο κλάδους και σχηματίζει τους καταρράκτες. Η τροφοδότηση της λίμνης, γίνεται κυρίως από πηγαία νερά που αναβλύζουν στη θέση «Πηγές» κοντά στον οικισμό Βρυττών. Παλαιότερα, η λίμνη εμπλουτιζόταν από τη Βεγορίτιδα μέσω τεχνητής σήραγγας μήκους 6 χλμ. Η δραματική πτώση της στάθμης της Βεγορίτιδας, ωστόσο, οδήγησε στην διακοπή της ροής νερού προς τον υγρότοπο.
Η υδρολογική λεκάνη έχει έκταση 120 τχλμ. Οι πηγές Βόδα αναβλύζουν διάσπαρτα σε ένα μεγάλο μέτωπο παρόχθια αλλά και εντός της λίμνης με ετήσια εισροή της τάξης των 100.000.000 κ.μ. και ωριαία παροχή πάνω από 14.000 κ.μ. Συνολικά η τροφοδοσία του υγροτόπου συντελείται από πηγές με συνολικά ετήσια αποθέματα πάνω από 150.000.000 κ.μ.

Γεωγραφία

Βόρεια του υγροτόπου σχηματίζονται χαμηλές κορυφές όπως η Κορυφή (659μ.), η Κλέφτικη κορυφή (747μ.), και ο Πετρότοπος (809μ.) ενώ βορειότερα συναντούμε τις πρώτες ψηλές κορυφές των νότιων απολήξεων του όρους Βόρα, την Καλογερίτσα (1561μ.) και την Τσούκα (1763μ.). Δυτικά της λίμνης παρεμβάλλεται μεταξύ των λιμνών (Άγρα και Βεγορίτιδας) μια λοφώδης λωρίδα με χαμηλές κορυφές και ήπιες κλήσεις, όπως το Βαθούλωμα (681 μ.) και το Καλέ (687 μ.). Στα νότια του υγροτόπου υπάρχει ξανά λοφώδης περιοχή με κορυφές όπως η Ψειριάρικη κορυφη (674μ.) και το Ύψωμα (622μ.) ενώ νοτιότερα ορθώνονται οι τελευταίες απολήξεις του όρους Βερμίου, σχηματίζοντας τις πρώτες κορυφές γύρω από την λίμνη (Κορυφή 1022μ., Μαντρί 981μ. και Φούρκα 893μ.).

Χλωρίδα

Βλάστηση υδρόβιων μακροφύτων (96 ποικιλίες)

α) Υδροφυτική βλάστηση

Η υδρόβια βλάστηση της Λίμνης Άγρα αναπτύσσεται στο 20% της έκτασης, στην υδάτινη μάζα ανεξαρτήτου βάθους. Στη ζώνη της υδρόβιας βλάστησης συγκεντρώνονται τα ψάρια κατά την περίοδο της ωοτοκίας για να γεννήσουν επί των βλαστών.

Χαρακτηριστικά είδη: Μυριόφυλλα (Myriophylllum spp.) τα οποία προτιμώνται από τα ψάρια κατά την περίοδο ωοτοκίας, Ποταμογείτονες (Potamogeton spp.), Βαλλισνερία η σπειροειδής (Vallisneria spiralis) και το νούφαρο ή αλλιώς Νυμφαία η λευκή (Nymphaea alba).

β) Ελοφυτική βλάστηση
Η ελοφυτική βλάστηση της λίμνης αποτελεί τον κυρίαρχο τύπο βλάστησης στην περιοχή, αφού καταλαμβάνει το 80% της λιμναίας έκτασης. Τα επικρατούντα είδη είναι τα ακόλουθα: το κοινό καλάμι (Phragmites australis) που καλύπτει το 80% της επιφανείας που καλύπτουν τα ελόφυτα, το ψαθί (Typha augustifolia) που καλύπτει περίπου το 10% και ο σκίρπος ή κύπερα (Scirpus lacustris) που καλύπτει το 1%. Για το υπόλοιπο 9% δεν μπορούμε να μιλήσουμε παρά με όρους κάλυψης ομάδων φυτών.

γ) Βλάστηση υγρών λιβαδιών

Οι εξωτερικές ζώνες της ελοφυτικής βλάστησης καταλαμβάνονται από υγρά λιβάδια τα οποία κατακλύζονται κατά την διάρκεια του χειμώνα και παραμένουν κορεσμένα με νερό ακόμη και το καλοκαίρι. Είναι πλούσια σε θρεπτικά και κυρίως ποώδη φυτικά είδη. Τα υγρά λιβάδια χρησιμοποιούνται και ως βοσκοτόπια.
Χαρακτηριστικά είδη: Λευκό τριφύλλι (Trifolium repens), Τριφύλλιον το ύπτιον (Trifolium resupinatum), Ιταλική ήρα (Lolium multiflorum), Λεμονόμεντα (Mentha aquatica), Φακή του νερού (Lemna minor) κ.α.

Θηλαστικά

Στην ευρύτερη περιοχή έχουν παρατηρηθεί συνολικά 9 είδη άγριων θηλαστικών. Αυτά είναι τα εξής: Σκαντζόχοιρος (Erinaceus concolor), Δασομυωξός (Glis glis), Μυοκάστορας (Myocastor coypus), Κρικοποντικός (Apodemus flavicolis), Λύκος (Canis lupus), Αλεπού (Vulpes vulpes), Νυφίτσα (Mustella nivalis), Κουνάβι (Martes foina), Ασβός (Meles meles).
Στην περιοχή του Άγρα μπορεί κανείς να συναντήσει και οικόσιτα ζώα όπου χρησιμοποιούν τα υγρολίβαδα ως χώρους βόσκησης, όπως αγελάδες και άλογα.

Ερπετά-Αμφίβια

Στην Λίμνη του Άγρα έχουν παρατηρηθεί 1 είδος αμφίβιου καθώς και 9 είδη ερπετών. Όλα τα είδη ερπετών και αμφιβίων προστατεύονται από την Σύμβαση της Βέρνης. Πρόβλημα για τα είδη αυτά αποτελεί η εκτεταμένη χρήση φυτοφαρμάκων στις καλλιέργειες της περιοχής. Τα είδη αυτά είναι τα εξής: Λιμνοβάτραχος (Rana ridibunda), Μεσογειακή χελώνα (Testudo hermanni), Τυφλίτης (Ophisaurus apodus), Πρασινόσαυρα (Lacerta viridis), Σαπίτης (Malpolon monspessulanus), Νερόφιδο (Natrix natrix), Λιμνόφιδο (Natrix tesselata), Οχιά (Vipera ammodytes).

Ιχθυοπανίδα

Η εξέλιξη της Ιχθυοπανίδας του υγροβιότοπου, ιστορικά μπορεί να διακριθεί σε 3 περιόδους: α) την αρχική, πρωτογενή κατάσταση της λίμνης, β) την περίοδο επικοινωνίας με τη Λίμνη Βεγορίτιδα, όταν διανοίχτηκε η σήραγγα μεταφοράς νερού από την Δ.Ε.Η. (μέσα δεκαετίας 50- αρχές δεκαετίας 90), και γ) την περίοδο διακοπής της επικοινωνίας, λόγω της δραματικής πτώσης της στάθμης της Βεγορίτιδας, μέχρι σήμερα.

Αρχική κατάσταση

Τα αυτόχθονα είδη του υγροβιότοπου ήταν τα εξής: Γριβάδι (Cyprinus carpio) που είναι το πλέον κοινό είδος των λιμνών και ποταμών της Μακεδονίας, Μπρένα (Barbus meridionalis) είδος πολύ κοινό στις λίμνες και ποτάμια της Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας, Γουλιανός (Silurus glanis) είδος με σημαντικό οικονομικό ενδιαφέρον, Πλατίκα (Scardinius erythrophtalmus) κοινό είδος μικρής οικονομικής σημασίας.

Περίοδος επικοινωνίας

Οι εργασίες για την διάνοιξη της σήραγγας με την Βεγορίτιδα άρχισαν παράλληλα με τα έργα διαμόρφωσης της τεχνητής λίμνης και τελικώς οι εισροές νερού αρχίζουν το 1955. Μαζί με τους υδάτινους όγκους που εισρέουν από την Βεγορίτιδα, η λίμνη εμπλουτίζεται και με νέα είδη όπως το γληνάρι (Tinca tinca) χαρακτηριστικό είδος των ευτροφικών λιμνών, τη τούρνα (Esox lucius) σαρκοφάγο είδος σημαντικό για τη διατήρηση της οικολογικής ισορροπίας σε μια υδατοσυλλογή, και το τσιρόνι (Rutilus sp.) είδος με ελάχιστο αλιευτικό ενδιαφέρον αλλά με σημαντικό ρόλο στην τροφική αλυσίδα.
Επιπλέον κατά την δεκαετία του 70 έγινε, με πρωτοβουλία ψαράδων, εμπλουτισμός της λίμνης με 2 νέα είδη: την πεταλούδα (Carassius carassius), συγγενές είδος με το γριβάδι με το οποίο διασταυρώνεται και σχηματίζονται υβρίδια μέσης οικονομικής αξίας και το ιταλικό (Carassius auratus gibelio), συγγενές είδος με το κοινό χρυσόψαρο.
Επιπλέον, καταγράφηκε η παρουσία ακόμα 2 ειδών που δεν είναι γνωστή η προέλευση τους: η μπαρμπούκα ή μουρμουρίτσα (Rhodeus sericeus amarus) χορτοφάγο κατά βάση είδος πολύ μικρού μεγέθους (4-5 εκ) και ο κουνουποφάγος (Gambusia affinis), είδος που τρέφεται κυρίως με προνύμφες κουνουπιών με καταγωγή από τις νότιες πολιτείες των ΗΠΑ, το οποίο μεταφέρθηκε στην Ευρώπη για την καταπολέμηση της ελονοσίας.

Σημερινή κατάσταση

Μετά τις μεταβολές στην σύνθεση του ιχθυοπληθυσμού, τα είδη ψαριών που συναντάμε πλέον είναι τα εξής: γριβάδι, μπρένα, γουλιανός, πλατίκα, γληνάρι, τούρνα, τσιρόνι, πεταλούδα, ιταλικό, ασιατικό κυπρίνο (Ctenopharyngodon idella),μπαρμπούκα, κουνουποφάγος.

Εκτός από τον πληθυσμό ψαριών υπάρχει παρουσία 2 ειδών καραβίδας του γλυκού νερού, το ντόπιο είδος καραβίδας (Astacus fluviatilis) και η βορειοαμερικάνικη καραβίδα (Astacus pacifastacus). Η καραβίδα παρείχε μεγάλες αναπτυξιακές δυνατότητες με την μεταποίησή της και η ετήσια ποσότητα εξαλιευόμενης καραβίδας είχε φτάσει σε παραγωγές δεκάδων τόνων. Δυστυχώς, στα μέσα της δεκαετίας 70 εμφανίστηκε και στην Ελλάδα μια ασθένεια επιδημικής μορφής, η λεγόμενη «πανώλη των καραβίδων», η οποία είχε ήδη σαρώσει την Ευρώπη. Η ασθένεια αποδόθηκε στην παρουσία ενός μύκητα που προκαλούσε παράλυση, με αποτέλεσμα σε διάστημα 2 ετών (1976-77) να εξαφανιστούν σχεδόν ολοσχερώς οι καραβίδες της λίμνης και των γύρω ποτάμιων και παραποτάμιων συστημάτων. Στα μέσα της δεκαετίας του 80 εισήχθηκε το βορειοαμερικάνικο είδος καραβίδας, το οποίο παρουσίαζε φυσική ανοσία στην ασθένεια. Σήμερα συνυπάρχουν και τα 2 είδη, με αξιοσημείωτη προσαρμογή του βορειοαμερικάνικου είδους και εξάπλωσή του, πιθανόν εις βάροςτου αυτόχθονου.

Ορνιθοπανίδα

Μέχρι σήμερα έχουν καταγραφεί στην περιοχή 133 είδη πτηνών, 36 εκ των οποίων περιλαμβάνονται στο Παράρτημα Ι της Κοινοτικής Οδηγίας 79/409. Από το σύνολο των ειδών της περιοχής, τα 54 είναι μόνιμοι κάτοικοι και τα 34 καλοκαιρινοί επισκέπτες όπου και αναπαράγονται. Συνολικά αναπαράγονται 88 είδη. Το πιο σημαντικό είδος για την περιοχή είναι η Βαλτόπαπια (Aythya nyroca), είδος που κινδυνεύει παγκοσμίως με εξαφάνιση και αναπαράγεται στη Λίμνη Άγρα.

Κάποια από τα είδη που μπορεί κανείς να εντοπίσει στη λίμνη είναι τα εξης:

Βουβόκυκνος (Cygnus olor)

Ο Βουβόκυκνος (Cygnus olor) μαζί με τον Αγριόκυκνο (Cygnus Cygnus) αποτελούν τα μεγαλύτερα Χηνόμορφα που απαντώνται στη χώρα μας. Είναι μεγαλόσωμος, βαρύς, με ψηλό, κυρτό λαιμό. Το χρώμα του είναι λευκό, αλλά ο λαιμός και το κεφάλι τείνουν προς το ελαφρύ κρεμ. Τα νεαρά άτομα έχουν απαλό γκριζοκάστανο χρώμα που μετατρέπεται σε "λερωμένο" με μπαλώματα καστανωπού χρώματος σε λευκό φόντο. Οι νεοσσοί των άγριων πουλιών είναι γκριζοκάστανοι, ενώ κάποιων ήμερων είναι λευκοί. Χαρακτηριστικό είναι το πορτοκαλί ράμφος του, με το μαύρο σαρκώδες εξόγκωμα. Το μαύρο εκτείνεται προς τη βάση του ράμφους και το μάτι. Στα νεαρά το ράμφος είναι μουντό και το μαύρο δεν προεξέχει. Τα πόδια είναι σχεδόν μαύρα. Στην Ελλάδα είναι κυρίως χειμερινός επισκέπτης και αναπαράγεται φυσικά σε λίγες περιοχές (π.χ. Πρέσπες, Κερκίνη). Τρέφεται κυρίως με φυτά όπως γρασίδι, φύλλα, άλγη, δημητριακά και λιγότερο με μικρά αμφίβια, υδρόβια ασπόνδυλα

Αργυροπελεκάνος (Pelecanus crispus)

Ο αργυροπελεκάνος είναι ένα από τα μεγαλύτερα σε μέγεθος είδη πουλιών στον κόσμο, με ύψος που φτάνει το 1,20 μ., με άνοιγμα φτερών έως 3,20 μ. και βάρος από 6 έως 10 κιλά. Το χρώμα του φτερώματός του είναι σταχτί, το ράμφος του φέρει διαστελλόμενο σάκο κίτρινου χρώματος στο κάτω μέρος, και τα δάχτυλά του είναι συνενωμένα μεταξύ τους με μεμβράνη. Στην Ελλάδα, αργυροπελεκάνοι φωλιάζουν στη Μικρή Πρέσπα, στη λίμνη της Καστοριάς, στον Αμβρακικό κόλπο και στη λίμνη Κερκίνη. Ο αργυροπελεκάνος είναι πουλί που τρέφεται με ψάρια, αλλά δεν ανταγωνίζεται τους ψαράδες καθώς η τροφή του αποτελείται κυρίως είτε από ψάρια που αφθονούν και έχουν μικρή εμπορική αξία είτε από άρρωστα ή και νεκρά ψάρια που τα πιάνει πολύ εύκολα. Συνήθως ψαρεύει στις λιμνοθάλασσες, αλλά και στις εκβολές, στα ποτάμια, στα έλη με καλαμώνες, στις τεχνητές λίμνες και στη θάλασσα. Οι ημερήσιες απαιτήσεις του για τροφή είναι 900-1200 γρ. Θεωρείται ένα από τα σπανιότερα είδη πουλιών και προστατεύεται από διεθνείς συνθήκες όπως η Συμφωνία για τη Διατήρηση των Αφρικανο-Ευρασιατικών Αποδημητικών Υδρόβιων πτηνών (AEWA) και από την ελληνική νομοθεσία.

Βαλτόπαπια (Aythya nyroca)

Με μήκος γύρω στα 40 εκατοστά, η Βαλτόπαπια (Aythυa nyroca) είναι μία σχετικά μικρή πάπια που ανήκει στις λεγόμενες βουτόπαπιες, καθώς συνηθίζει να βουτά για να βρει την τροφή της (προνύμφες εντόμων, καρκινοειδή, μαλάκια αλλά και υδρόβια φυτά). Είναι από τις λιγότερο φανταχτερές πάπιες, με ομοιόχρωμη σκούρη κοκκινο-κάστανη εμφάνιση και έχει σαν μοναδική εξαίρεση το λευκό πίσω μέρος του σώματος και την ουρά. Όταν πετάει, διακρίνεται ένα λευκό μπάλωμα στην κοιλιά και μία πλατιά λευκή ράβδωση στις φτερούγες. Τα δύο φύλα είναι σχετικά όμοια, αν και το αρσενικό ξεχωρίζει από τον λίγο πιο ζωηρό χρωματισμό και το λευκό μάτι. Η καταστροφή των ελληνικών βιοτόπων έχει πλήξει πολύ άσχημα τη Βαλτόπαπια, ενώ το παράνομο κυνήγι έχει επιδεινώσει ακόμα περισσότερο την κατάσταση. Συχνά μερικοί ντόπιοι κυνηγοί μπαίνουν και κυνηγούν μέσα στο βάλτο της Ροδιάς και στο Καλοδίκι κατά τη διάρκεια μάλιστα της αναπαραγωγικής περιόδου.

Νανοβουτηχτάρι (Tachybaptus ruficollis)

Το νανοβουτηχτάρι είναι ένα μικρόσωμο υδρόβιο πτηνό (μήκος κάτω από 30 εκατοστά), το μικρότερο είδος των βουτηχτάρων, με γενικά σκούρο χρωματισμό (καφέ-μπεζ το χειμώνα και καφέ-καστανό το καλοκαίρι). Η εξάπλωσή του περιλαμβάνει σχεδόν όλη την Ευρώπη νοτίως των Σκανδιναβικών χωρών, με την Ελλάδα να αποτελεί από τις νοτιότερες περιοχές κατανομής. Διαβιεί σε λίμνες, ποταμούς, έλη, αρδευτικά κανάλια, λιμνοθάλασσες. Είναι σχετικά δειλό και κρύβεται στην παρόχθια βλάστηση, όπου και αναπαράγεται. Γεννάει το διάστημα από τον Απρίλιο μέχρι τον Ιούνιο. Έχει μικρή πτητική ικανότητα αλλά είναι άριστος δύτης καθώς καταδύεται για αρκετή ώρα και διανύει υποβρυχίως αρκετή απόσταση. Τρέφεται με έντομα, νύμφες εντόμων, μικρά ψάρια, βατράχια και γυρίνους.

Γκισάρι (Aythya ferina)

Το γκισάρι εμφανίζει έντονο φυλετικό διμορφισμό με το αναπαραγόμενο αρσενικό να είναι εντελώς διαφορετικό σε εμφάνιση από το θηλυκό. Επίσης είναι λίγο μεγαλύτερο και βαρύτερο. Γενικά, είναι μικρές προς μεσαίου μεγέθους αγριόπαπιες, σαφώς μικρότερες από τις πρασινοκέφαλες, με τριγωνικό κεφάλι και σχετικά βαρύ, συμπαγές ράμφος και με κοίλη μέση ραχιαία γραμμή. Το μέτωπο είναι λίγο ευρύ στο εμπρόσθιο μέρος του, με μετωπική τρόπιδα, που φθάνει πέρα από το ύψος της γναθικής άρθρωσης. Η κάτω επιφάνεια των πτερύγων είναι λευκή, ενώ η πάνω διαθέτει αχνές γκριζωπές μπάρες. Η ουρά είναι μικρή, αλλά ο λαιμός μακρύς, σχετικά με το σώμα. Το αρσενικό ξεχωρίζει από το χαρακτηριστικό καστανοκόκκινο/πυρρόχρωμο/σκωριόχρωμο κεφάλι, απότομα οριοθετημένο από το σταχτομελανό στήθος. Το πτέρωμα είναι ανοικτό γκρίζο -του σχιστόλιθου- στην ράχη και τις πλευρές, με όμορφα, λεπτά γεωμετρικά μοτίβ, κάνοντας αντίθεση με το σκούρο, ιριδίζον στήθος. Το ουροπύγιο και το ράμφος έχουν το χρώμα του στήθους, αλλά στο μέσον του ράμφους υπάρχει μεγάλη λευκή περιοχή. Η ίριδα είναι άλικη κόκκινη. Το θηλυκό έχει, μονότονο καφεγκρίζο χρωματισμό, με λευκωπές περιοχές στον λαιμό και τους οφθαλμούς. Το στήθος είναι σκουρόγκριζο ή ανοικτό καφέ, με τον χρωματισμό να ποικίλλει έντονα στα διάφορα θηλυκά. Το σκούρο ράμφος έχει μικρή γκριζωπή λωρίδα τον χειμώνα, αλλά γίνεται σχεδόν ολόμαυρο κατά την διάρκεια της αναπαραγωγικής περιόδου, ενώ η ίριδα είναι καφεμαύρη.Τα νεαρά άτομα μοιάζουν με το θηλυκό, αλλά με περισσότερο γκρίζο -παρά καφέ- στο πτέρωμα, ενώ η ίριδα είναι ελαιοκίτρινη, αποκτώντας σταδιακά το κατοπινό της χρώμα, ανάλογα με το φύλο.
Τα γκισάρια είναι παμφάγα πτηνά με το διαιτολόγιό τους να αποτελείται από τα σπέρματα, τις ρίζες, τα ριζώματα και τους μίσχους υδροχαρών, αγρωστωδών και άλλων μονοκοτυλήδονων φυτών, βυθισμένων και αναδυομένων (π.χ. Potamogeton). Επίσης, τρέφονται με ζωική ύλη, όπως υδρόβια έντομα και προνύμφες, μαλάκια, καρκινοειδή, ολιγόχαιτους σκώληκες, αμφίβια (π.χ. βάτραχοι και οι γυρίνοι τους) και μικρά ψάρια.

Φαλαρίδα (Fulica atra)

Μικρό κοντόχοντρο σώμα και λαιμός, χρώμα πτερώματος ανθρακί, με λευκό ράμφος και λευκή μετωπική πλάκα. Τα πόδια δεν έχουν νηκτικές μεμβράνες όπως των παπιών, γλάρων και κορμοράνων. Χαρακτηριστική εικόνα είναι τα μεγάλα κοπάδια που σχηματίζονται στις λίμνες και τις λιμνοθάλασσες το χειμώνα, καθώς και η απογείωσή τους με «τρέξιμο» πάνω στο νερό. Η φωλιά είναι συνήθως συγκεντρωμένη βλάστηση σαν επιπλέουσα πλατφόρμα. Τρέφεται κυρίως με φυτικές ύλες αλλά και ασπόνδυλα, μαλάκια, αμφίβια, ψαράκια ακόμα και άλλα πουλιά.

Πρασινοκέφαλη (Anas platyrhynchos)

Ο πρόγονος της κατοικίδιας πάπιας και η «τυπική» πάπια για τους περισσότερους. Το αρσενικό έχει πράσινο στιλπνό κεφάλι και λαιμό που διαχωρίζεται με μια λευκή λωρίδα από το σκούρο καφέ στήθος. Η πλάτη είναι μαύρη ως τη βάση της ουράς και γενικά το σώμα και οι φτερούγες είναι γκρι μεσαίων τόνων, ενώ το ράμφος είναι κιτρινωπό. Το θηλυκό είναι καφέ στικτό. Ο σκούρος μπλε καθρέπτης είναι ορατός και στα δυο φύλα, ακόμα και όταν κάθονται. Φωλιάζει σε καλαμιώνες, σε τρύπες δέντρων, όχθες, νησίδες, ακόμα και τεχνητές εξέδρες, και τρέφεται με ασπόνδυλα, κυρίως κατά την αναπαραγωγή, και φυτικές ύλες (σπόρους, βλαστούς, άλγη).

Λαγγόνα (Phalacrocorax pygmeus)

Η λαγγόνα είναι ο μικρότερος κορμοράνος στον κόσμο και η Ελλάδα είναι από τις ελάχιστες ευρωπαϊκές χώρες που φιλοξενεί σημαντικότατους διαχειμάζοντες πληθυσμούς. Κατά τα τελευταία χρόνια καταβάλλονται συστηματικές προσπάθειες για την διατήρηση του είδους, δεδομένου ότι η, ανά τον κόσμο, κατανομή του είναι εξαιρετικά περιορισμένη. Κατά την αναπαραγωγική περίοδο, το κεφάλι και ο λαιμός έχουν πλούσιο ερυθροκαφετί-μαυριδερό χρώμα, ενώ το υπόλοιπο σώμα είναι μαύρο με ιριδίζουσα πρασινωπή απόχρωση και κάποια διάσπαρτα λευκά στίγματα, που δεν υπάρχουν στις άλλες εποχές. Το στρογγυλεμένο, «αναμαλλιασμένο» κεφάλι με το μικρό και παχύ ράμφος είναι, επίσης, διακριτά στοιχεία, ενώ η ουρά του που έχει σχήμα κουπιού, είναι σχετικά μακριά και εξέχει από το σώμα όσο περίπου και το κεφάλι. Το σαγόνι και το ράμφος είναι πιο ανοικτόχρωμα από το υπόλοιπο κεφάλι, ενώ τα πόδια είναι μαύρα. Τον οφθαλμό περιβάλλει «αχνός» οφθαλμικός δακτύλιος. Ο λαιμός μοιάζει κοντός, αλλά μπορεί να εκτείνεται όταν το πουλί κολυμπάει. Τα νεαρά άτομα είναι πιο ανοικτόχρωμα, ελαφρά κηλιδωτά, με άσπρο λαιμό και υπόλευκη κάτω επιφάνεια του σώματος. Η λαγγόνα τρέφεται κατά το μεγαλύτερο ποσοστό με ψάρια, αν και, μικρά θηλαστικά, καρκινοειδή, βδέλλες και μεγάλα έντομα έχουν κατά καιρούς συμπεριληφθεί στην διατροφή της. Οι λαγγόνες αναζητούν την λεία τους αποκλειστικά σε ρηχά νερά.

Βιβλιογραφία

  • Πλατής Π., Ν. Γρηγοριάδης, Θ. Παπαχρήστου, Κ. Κασιούμης, Δ. Χατζηλάκου, Α. Δημαλέξης, Δ. Μπούσμπουρας, 2000. Ειδική Περιβαλλοντική Μελέτη Περιοχής Ειδικής Προστασίας (Σχέδιο Διαχείρισης) Υγροβιότοπου "Λίμνης Άγρα". ΕΘΙΑΓΕ - Ινστιστούτο Δασικών Ερευνών, Θεσσαλονίκη, 253 σελ. (αυτοτελής έκδοση).
  • https://natura2000.eea.europa.eu/ [date: 13/02/2020]
  • https://eunis.eea.europa.eu/ [date: 13/02/2020]
  • https://icgf.myspecies.info/ [date: 13/02/2020]


Υλοποιήθηκε από τη Webnode
Δημιουργήστε δωρεάν ιστοσελίδα!